13 Νοέ Εμβολιασμός – Γρίπη και πνευμονία
Η γρίπη καθώς και το κοινό κρυολόγημα είναι οι συνηθέστερες ιώσεις που ευνοούνται από το κρύο και την αλλαγή του καιρού. Οφείλονται σε ιούς, που βρίσκουν «ευκαιρία» και εγκαθίστανται στον οργανισμό, του οποίου η άμυνα έχει πέσει λόγω έκθεσης στο κρύο. Έτσι λοιπόν, είναι κατανοητό πως το κρύο από μόνο του δεν μπορεί να προκαλέσει κάποιο σύμπτωμα, πέραν την επιρροής της θερμοκρασίας του σώματος, αλλά αποτελεί βοηθητικό παράγοντα για τη λοίμωξη. Τα συμπτώματα του κοινού κρυολογήματος είναι συνήθως ήπια και περιλαμβάνουν εκδηλώσεις του ανώτερου αναπνευστικού, όπως συνάχι, πονόλαιμο και βήχα. Ο ιός της γρίπης, όμως, είναι αρκετά διαφορετικός και μπορεί να προκαλέσει εντονότερα συμπτώματα που περιλαμβάνουν υψηλό πυρετό, πόνους στο σώμα και κακουχία, τα οποία μπορεί να διαρκέσουν πολύ περισσότερο απ’ ότι το κοινό κρυολόγημα, ταλαιπωρώντας αφενός περισσότερο και αφετέρου ενέχοντας τον κίνδυνο επιπλοκών.
Η πνευμονία είναι άλλη μία λοίμωξη από την οποία νοσούν αρκετοί άνθρωποι ετησίως και πολλές φορές μπορεί να αποβεί μοιραία, ειδικά στις ευπαθείς ομάδες. Πρόκειται για τη γενικευμένη φλεγμονώδη κατάσταση των πνευμόνων που έχει προκληθεί από κάποιο παθογόνο (βακτήρια και ιοί συνηθέστερα). Τα συμπτώματα περιλαμβάνουν υψηλό πυρετό, παραγωγικό βήχα, δύσπνοια, ρίγη και οξύ πόνο στο στήθος κατά την αναπνοή, που απαιτεί προσπάθεια. Στις περιπτώσεις που ενδείκνυται ακολουθείται αγωγή με αντιβίωση και αντιμετώπιση του πυρετού και του πόνου. Πολλές φορές όμως αυτό δεν επαρκεί και η εισαγωγή στο νοσοκομείο είναι αναγκαία.
Ο πνευμονιόκοκκος, ή Streptococcus pneumoniae, είναι ένα βακτήριο που μπορεί να προκαλέσει από λοιμώξεις των ώτων και των ιγμόρειων μέχρι πνευμονία και βακτηριαιμία.
Η πρόληψη της εμφάνισης λοιμώξεων σαν τις παραπάνω περιλαμβάνει τον εμβολιασμό πρωτίστως αλλά και τη μέριμνα των συνοδών προβλημάτων υγείας.
Τα αντιγριπικά εμβόλια ενεργοποιούν την παραγωγή αντισωμάτων, παρέχοντας προστασία ενάντια στους ιούς που περιέχονται σε αυτά, περίπου δύο εβδομάδες μετά τον εμβολιασμό. Το εποχιακό αντιγριπικό εμβόλιο προστατεύει από τους ιούς που η έρευνα έχει υποδείξει ως τους πιο κοινούς για την εν λόγω περίοδο. Τα «τριδύναμα» εμβόλια προστατεύουν από τους δύο ιούς τύπου Α Η1Ν1και Η3Ν2 και έναν ιό τύπου Β της γρίπης, ενώ φέτος κυκλοφόρησαν και τα τετραδύναμα που αποτελούνται από τους ιούς των τριδύναμων συν το στέλεχος από ακόμη έναν τύπου Β ιό. Ο εμβολιασμός με το τριδύναμο μπορεί να γίνει σε άτομα ηλικίας άνω των 6 μηνών, ενώ με το τετραδύναμο σε άτομα άνω των 3 ετών. Τα αντιγριπικά εμβόλια έχουν ενταχθεί στο πρόγραμμα εθνικού εμβολιασμού και είναι επιθυμητό να γίνονται τις περιόδους έξαρσης των ιώσεων καθότι είναι ένας καλός τρόπος ενίσχυσης του ανοσοποιητικού συστήματος. Προτεραιότητα στον εμβολιασμό έχουν:
- Παιδιά 6 μηνών έως 4 ετών
- Ενήλικες άνω των 50 ετών
- Άτομα με προβλήματα αναπνευστικά, καρδιαγγειακά, νεφρικά, ηπατικά αιματολογικά ή με μεταβολικές διαταραχές (πχ σακχαρώδης διαβήτης)
- Οι ανοσοκατασταλμένοι (και λόγω φαρμακευτικής αγωγής)
- Οι οροθετικοί (ΗΙV)
- Οι έγκυες
- Άτομα που έρχονται σε επαφή με κόσμο (οι εργαζόμενοι σε χώρους υγείας, όσοι φροντίζουν ηλικιωμένους / παιδιά, οι εκπαιδευτικοί κλπ).
Είναι αδύνατον να συμπεριληφθούν όλοι οι τύποι των υπαρχόντων ιών στο εμβόλιο αλλά με τη συνεχή παρακολούθηση των μεταλλάξεων που υφίστανται οι ιοί, τροποποιείται η σύσταση αναλόγως, ούτως ώστε να υπάρχει η μέγιστη δυνατή κάλυψη και προστασία. Οι ιοί που περιέχουν είναι αδρανοποιημένοι και δεν είναι ικανοί να προκαλέσουν λοίμωξη στο άτομο, ωστόσο κάποια γριποειδή συμπτώματα συχνά εκδηλώνονται λόγω της αναγνώρισής τους από το ανοσοποιητικό.
Όσον αφορά το εμβόλιο του πνευμονιόκοκκου, κυκλοφορεί το συζευγμένο εμβόλιο που προστατεύει από 13 τύπους του βακτηρίου και το πολυσακχαριτιδικό που προστατεύει από 23 τύπους, που ομοίως παρέχουν ανοσία περίπου 2 εβδομάδες μετά τη χορήγησή τους. Το πρώτο σαν πιο ισχυρό, μιας και προστατεύει και από ωτίτιδα λόγω των υψηλών επιπέδων αντισωμάτων που επιτυγχάνει στους βλεννογόνους, συστήνεται για όλα τα παιδιά 2, 4, 6 και 12 έως 15 μηνών, για τους ενήλικες 19 ετών και άνω που θεωρούνται υψηλού κινδύνου (πχ ασπληνία, διαρροή εγκεφαλονωτιαίου υγρού), καθώς και για τους ενήλικες άνω των 65 ετών. Το δεύτερο προστατεύει κυρίως από βακτηριαιμία, περιέχει 11 μοναδικά στελέχη ενώ τα υπόλοιπα 12 είναι κοινά με το 13δύναμο. Ο συνδυασμός των δύο εμβολίων προστατεύει συνολικά από 24 στελέχη. Έτσι, σε άτομα άνω των 65 ετών γίνονται μία φορά και τα δύο με πρώτο συνηθέστερα το 13δύναμο και απόσταση ενός έτους μεταξύ τους, καθότι μελέτες έχουν δείξει πως με αυτή τη σειρά παρουσιάζεται καλύτερη ανοσολογική απόκριση. Το 23δύναμο είναι το εμβόλιο εκλογής στα άτομα που θεωρούνται αυξημένου αλλά όχι υψηλού κινδύνου (πχ καπνιστές ή πάσχοντες από διαβήτη) άνω των 2 ετών και άνω των 50ετών. Ενήλικες που έχουν εμβολιαστεί με το 23δύναμο σε ηλικία μικρότερη των 65 ετών πρέπει να εμβολιαστούν με το 13δύναμο μετά τα 65 έτη και σε απόσταση τουλάχιστον ενός έτους από το 23δύναμο, ενώ πρέπει να επαναληφθεί άλλη μία δόση 23δύναμου 1 χρόνο τουλάχιστον μετά το 13δύναμο αλλά να έχουν παρέλθει τουλάχιστον 5 χρόνια από την πρώτη του δόση.
Γενικότερα, ομάδες αυξημένου κινδύνου στις οποίες ο εμβολιασμός επιβάλλεται είναι:
- Παιδιά μικρότερα των 2 ετών
- Παιδιά με συγκεκριμένες παθήσεις (δρεπανοκυτταρική αναιμία, ΗΙV, διαβήτης, οργανικά σύνδρομα και ασθένειες, ανοσοκαταστολή κλπ)
- Παιδιά και ενήλικες με κοχλιακά εμφυτεύματα και διαρροή εγκεφαλονωτιαίου υγρού
- Ενήλικες άνω των 65 ετών
- Ενήλικες με χρόνιες παθήσεις
- Άτομα που έχουν συγκεκριμένους τύπους καρκίνου που εμπλέκουν το ανοσοποιητικό σύστημα (μυέλωμα, λέμφωμα, λευχαιμία κλπ)
- Ανοσοκατασταλμένοι
- Καπνιστές και αλκοολικοί
Ο συνδυασμός των εμβολίων του πνευμονιόκοκκου δεν προστατεύει από τους ιούς, μυκοπλάσματα και τα βακτήρια που δεν περιέχονται σε αυτά, ωστόσο επειδή είναι τα συνηθέστερα η κάλυψη και πρόληψη της λοίμωξης θεωρείται επαρκής.
Αξίζει δε να σημειωθεί πως ο ετήσιος εμβολιασμός με αντιγριπικό εμβόλιο είναι καθοριστικής σημασίας μιας και η γρίπη αυξάνει την πιθανότητα της ευκαιριακής λοίμωξης από τον πνευμονιόκοκκο.
Ο εμβολιασμός του κοινού είναι μία τακτική που έχει υιοθετηθεί και εφαρμόζεται πολλά χρόνια προκειμένου να επιτευχθεί η ανοσοποίηση του ανθρώπου έναντι ενός πλήθους παθογόνων, βελτιώνοντας με αυτόν τον τρόπο την ποιότητα ζωής του και σε πολλές περιπτώσεις αυξάνοντας το προσδόκιμο επιβίωσης.
Ελευθερία Καραγεωργίου
Φαρμακοποιός